Οι Τρικαλινοί… δε μπορούν να κλαιν’ το δείλι!!!

ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΟΥ ΣΚΟΤΕΙΝΗ… Αυτές τις μέρες του Αυγούστου φιλόδοξα νέα και άλλα παιδιά της Τρικαλινής γαλάζιας γενιάς τις περνούνε ρίχνοντας βοτσαλάκια στο κύμα και μετρώντας με αναστεναγμό τις ώρες που θα ‘ρθουν…

 

Ήταν ωραίο εκείνο το απόγευμα με την ατελείωτη συζήτηση στο πεζοδρόμιο, κάπου στη Κρήτη, για τον Κώστα Σκρέκα και την αιώνια αγαπημένη του Ειρήνη…
Τα πουλιά κελαηδούσαν, οι άνθρωποι πέρναγαν, τ’ αυτοκίνητα τρέχανε και ο νους τους γύρναγε σε όσα η Ν.Δ. φιλοδοξεί να φέρει στο λαό…

Στο απέναντι παράθυρο, κάπου εκεί στην Άφησσο, το ράδιο έπαιζε ρεμπέτικα και το κορίτσι του η Νίκη τον κοίταζε στα μάτια και τραγούδαγε τραγούδαγε το ντέρτι του… Ο Σάκης Λιούτας τρώγοντας μια ακόμη κουταλιά από το (καταπληκτικό) παγωτό της ΤΡΙΚΚΗ έριχνε το βλέμμα του στον Παγασητικό και γέμιζε τα πνευμόνια του με θαλασσινό αέρα, για να ‘χει δύναμη τώρα που θα ΄ρθει η πιο μεγάλη ώρα…

 

Φυλλορροούσε η ακακία κι ευωδίαζε το γιασεμί και μες στην Τάπια τα παιδιά παίζαν κρυφτούλι και τα κορίτσια γύρναγαν σκοινί, εκεί κάτω στις Ράχες… Ο Μιχαλάκης κι η αιώνια αγαπημένη του Μαρούλα, μόνοι πια, δίχως τον Κωνσταντίνο και τη Ναυσικά που πια μεγάλωσαν και τράβηξαν το δρόμο τους, δίχως τη βασιλομήτωρ Ελένη η οποία κάνει τα λουτρά της στην Αιδηψό, πλατσούριζαν στα νερά, όπως τότε, στις όχθες του Σακουλέβα στη Φλώρινα…

 

Η καρδιά του Μιχαλάκη χτυπούσε με αγωνία, όχι σαν τότε στο πρώτο ραντεβού, αλλά κάπως περίεργα πάλι αφού… θέλει να κατέβει για βουλευτής και δεν ξέρει πώς να το πει. Ρούφηξε δυο γουλιές Kaiser  και χάθηκε στην αγκαλιά της…

Κάπου εκεί, στο νησί της Αποκαλύψεως, στην Πάτμο ο Μικέλης Χατζηγάκης έμεινε στην παραλία να μελετά βίους μεγάλων πολιτικών… Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε δίπλα του η αγαπημένη του Αγγελική… «Σκυφτός στο δειλινό ρίχνω τα δίχτυα μου τα θλιμμένα» της είπε «σ’ αυτή τη θάλασσα που αναταράζει τα ωκεάνεια μάτια σου»… Κι ύστερα σηκώθηκαν, περπάτησαν στο κύμα και ετοίμασαν βαλίτσες για το ταξίδι στα.. Τρίκαλα κι ύστερα στη Βοστώνη. Μέχρι τη μεγάλη επιστροφή…

 

Στους Νέους Πόρους ο αέρας φυσούσε μανιασμένα εκείνο το απόγευμα. Η αιώνια αγαπημένη Σούλα σηκώθηκε να κλείσει τα παράθυρα. Πίσω της ο Ηλίας Βλαχογιάννης. Της κράτησε τα χέρια… «Όμως εγώ δε φοβούμαι τον άνεμο που μπαίνει απ’ τα σπασμένα παράθυρα» της είπε καρφώνοντάς τη με τη ματιά του όπως τότε «ζητώ μια καινούρια βλάστηση σ’ ανεξερεύνητες
περιοχές». Βγήκαν στο μπαλκόνι, ακούμπησαν στα κάγκελα και ταξίδεψαν νοερά στο πέραν…

 

Στη Σίφνο, κάπου εκεί κοντά στον Πλατύ Γιαλό που παραθέριζε κι ο Μητσοτάκης ο Χρήστος Κρητικός έμενε να διαβάζει τον «Μικρό Ναυτίλο» του Ελύτη…

 

«Ένα δειλινό στο Αιγαίο περιλαμβάνει τη χαρά και τη λύπη  σε τόσο ίσες δόσεις που δεν μένει στο τέλος παρά η αλήθεια» διάβασε και έμεινε εκεί… Ύστερα συλλογίστηκε πως «ήρθε η ώρα» και προχωρά στο επόμενό του βήμα…

 

Αγαπημένη μου… Δε μπορείς να κλαις το δείλι!!!