Μελέτη για τη σχέση εντερικού μικροβιώματος και εμφάνισης καρκίνου

Δύο βρετανικές μελέτες καταδεικνύουν τα μεγάλα βήματα που πραγματοποιούνται στην αντικαρκινική έρευνα. Η μία μελέτη υποδεικνύει ότι κάποια βακτήρια του εντέρου πιθανώς να ενισχύουν τις πιθανότητες εμφάνισης καρκίνου στο όργανο, ενώ, σύμφωνα με τη δεύτερη, η διάγνωση του καρκίνου του μαστού μπορεί να πραγματοποιηθεί με μια αιματολογική εξέταση, πολλά χρόνια πριν την εκδήλωση των κλινικών συμπτωμάτων της νόσου.

Η μελέτη για το εντερικό μικροβίωμα, η οποία ακόμη δεν έχει δημοσιευθεί, παρουσιάστηκε στο συνέδριο του Εθνικού Ερευνητικού Αντικαρκινικού Ινστιτούτου στη Γλασκώβη. Επιστήμονες του Πανεπιστημίου του Μπρίστολ μελέτησαν στοιχεία για τη γενετική δομή και το εντερικό μικροβίωμα 4.000 ανθρώπων που συμμετείχαν σε τρία ευρωπαϊκά προγράμματα, προσπαθώντας να διαπιστώσουν κατά πόσον ορισμένες γενετικές ποικίλες μορφές συνδέονται με την παρουσία συγκεκριμένων βακτηρίων στο έντερο. Η επιστημονική ομάδα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι 13 γενετικές ποικίλες μορφές συνδέονται με παραλλαγές με συγκεκριμένο τύπο βακτηρίων του εντέρου. Στη συνέχεια, οι επιστήμονες μελέτησαν τα στοιχεία 120.000 ανθρώπων προκειμένου να διαπιστώσουν αν εκείνοι που διαθέτουν τις συγκεκριμένες ποικίλες μορφές είχαν αυξημένη προδιάθεση να εμφανίσουν καρκίνο του εντέρου.

Το αποτέλεσμα της μελέτης υποδεικνύει ότι οι άνθρωποι που διέθεταν αυτά τα γονίδια είχαν αυξημένες πιθανότητες να έχουν στο έντερό τους συγκεντρώσεις των βακτηρίων Bacteroidales και 2 έως 15% περισσότερες πιθανότητες καρκινογένεσης. Ωστόσο, καθώς η γενετική δομή κάθε ανθρώπου καθορίζεται πριν από τη γέννησή του, η μελέτη υποδεικνύει ότι τα συγκεκριμένα βακτήρια πιθανώς να διαδραματίζουν κάποιον ρόλο στην πρόκληση του καρκίνου.  Ωστόσο, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι πληθώρα ερωτημάτων παραμένουν αναπάντητα, μεταξύ των οποίων κατά πόσον οι γενετικές μορφές που συνδέονται με τα βακτήρια του εντέρου προκαλούν τελικά τον αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του εντέρου. Δεν μπορεί, όμως, να αποκλειστεί ότι αυτές οι γενετικές ποικίλες μορφές δημιουργούν προδιάθεση για συγκεκριμένες διατροφικές επιλογές, που πιθανώς με τη σειρά τους να επηρεάζουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του εντέρου ή να επηρεάζουν τη δομή του μικροβιώματος και κατά συνέπεια τις πιθανότητες εμφάνισης της νόσου.

Οσον αφορά τη δεύτερη μελέτη, για τον καρκίνο του μαστού, οι επιστήμονες της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Νότιγχαμ υποστηρίζουν ότι η διάγνωση του καρκίνου του μαστού μπορεί να γίνει με μια απλή αιματολογική εξέταση, ακόμη και πέντε χρόνια πριν από την εκδήλωση των πρώτων συμπτωμάτων. Οι ερευνητές επικεντρώθηκαν στην ανίχνευση ενός αντιγόνου, μιας ουσίας που απελευθερώνεται από τα καρκινικά κύτταρα και πυροδοτεί ανοσοποιητική αντίδραση, δημιουργώντας αυτοαντισώματα. Αναζητώντας τα αυτοαντισώματα οι επιστήμονες ανέλυσαν το αίμα 90 γυναικών που είχαν διαγνωστεί με καρκίνο του μαστού και ισάριθμων υγειών, καταφέρνοντας να ανιχνεύσουν τα αυτοαντισώματα στο 37% των καρκινοπαθών, αλλά και να αποδείξουν ότι δεν υπήρχε καρκίνος στο 79% των δειγμάτων της ομάδας ελέγχου. Πολλοί επιστήμονες, ωστόσο, επισημαίνουν ότι η συγκεκριμένη έρευνα βρίσκεται σε εξαιρετικά αρχικό στάδιο και είναι αναγκαίο να πραγματοποιηθούν πολλές ακόμη μελέτες προτού μπορέσουμε να μιλήσουμε για αιματολογική διάγνωση του καρκίνου του μαστού.