Θωρακίζοντας την καρδιά – Τα συμπεράσματα του 22oυ Καρδιολογικού Συνεδρίου Κεντρικής Ελλάδος

Επιμέλεια: Μιχαήλ Παπαμιχάλης MD, PhD, επιμελητής καρδιολογίας, Ανδρέας Ξανθόπουλος MD, PhD, επιμελητής καρδιολογίας, Απόστολος Δήμος MD, καρδιολόγος, Αγγελική Μπουραζάνα MD, καρδιολόγος, Ιωάννης Σκουλαρίγκης, MD, PhD, καθηγητής καρδιολογίας, Φίλιππος Τρυποσκιάδης MD, PhD, καθηγητής καρδιολογίας.

Η Καρδιολογική Κλινική του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας σε συνεργασία με την Καρδιολογική Εταιρεία Κύπρου, την Εταιρεία Μελέτης και Έρευνας για την Καρδιακή Ανεπάρκεια, το Ελληνικό Κολλέγιο Καρδιολογίας και η Cleveland Clinic από τις ΗΠΑ, διοργάνωσε στην πόλη της Λάρισας το Καρδιολογικό Συνέδριο της Κεντρικής Ελλάδος για το χρονικό διάστημα από 11 – 13 Οκτωβρίου 2019.

Το συνέδριο οργανώνεται για 22η φορά στην πόλη της Λάρισας και αποτελεί τη συνέχεια ενός πολύ επιτυχημένου θεσμού που έχει σαν στόχο να φέρει σε επαφή τον γιατρό με τις σύγχρονες εξελίξεις στον χώρο της καρδιολογίας. Εξέχοντες Έλληνες και ξένοι ερευνητές έδωσαν διαλέξεις σε θέματα που αφορούν στις τρέχουσες εξελίξεις στην καρδιολογία αλλά και θέματα που αφορούν άλλες ειδικότητες στις οποίες μπορούν να εμφανιστούν επιπλοκές από το καρδιαγγειακό σύστημα. Παράλληλα δόθηκαν σεμινάρια που σκοπό είχαν να βελτιώσουν τις κλινικές δεξιότητες των συμμετεχόντων. Σκοπός του συνεδρίου ήταν να φέρει σε επαφή τον Έλληνα γιατρό με τις σύγχρονες εξελίξεις στο χώρο της καρδιολογίας και τον τρόπο με τον οποίον αυτές επηρεάζουν στην κλινική πράξη τον Έλληνα ασθενή. Η θεματολογία στο 22ο Καρδιολογικό Συνέδριο Κεντρικής Ελλάδος  ήταν ποικίλη. Υπήρχαν θέματα που απασχολούν τον καρδιολόγο στην καθημερινή κλινική πράξη αλλά και θέματα τα οποία αφορούσαν την αιχμή της έρευνας στον τομέα της καρδιολογίας.

Ο καθηγητής καρδιολογίας κ. Φίλιππος Τρυποσκιάδης MD, PhD

«Σκοπός του καρδιολόγου είναι η πρόληψη της στεφανιαίας νόσου σε ογκολογικούς ασθενείς μέσω της τροποποίησης των παραγόντων κινδύνου και της εφαρμογής θεραπειών που προστατεύουν το μυοκάρδιο. Σε συνεργασία με τους ογκολόγους γίνεται στενή παρακολούθηση τον πιθανών επιπλοκών από θεραπείες που έχουν αυξημένο κίνδυνο να προκαλέσουν επιπλοκές από τα στεφανιαία αγγεία»

Στο πλαίσιο του συνεδρίου διοργανώθηκε σεμινάριο για την καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση. Το σεμινάριο είχε σαν στόχο την απόκτηση θεωρητικών γνώσεων και πρακτικών δεξιοτήτων σχετικά με την αντιμετώπιση ασθενών των οποίων η ζωή είναι σε άμεσο κίνδυνο. Όλοι οι συμμετέχοντες είχαν την ευκαιρία να διδαχτούν τον αλγόριθμο της εξειδικευμένης υποστήριξης της ζωής και να εξασκηθούν σε σενάρια προσομοίωσης με τη βοήθεια προπλασμάτων.

Φοιτητές, γιατροί όλων των ειδικοτήτων και νεαροί ερευνητές, είχαν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν ένα ειδικό σεμινάριο σχετικά με την κριτική ανάγνωση και συγγραφή ερευνητικών εργασιών. Σκοπός του σεμιναρίου ήταν να δοθεί η δυνατότητα σε νέους επιστήμονες να οργανώσουν, να πραγματοποιήσουν και να δημοσιεύσουν ερευνητικές εργασίες με στόχο την προαγωγή της έρευνας και τη βελτίωση των ακαδημαϊκών εφοδίων του ερευνητή.

Χορήγηση χημειοθεραπείας

Ένα από τα θέματα του συνεδρίου ήταν οι καρδιαγγειακές επιπτώσεις της χορήγησης χημειοθεραπείας σε ογκολογικούς ασθενείς. Είναι γνωστό ότι οι σύγχρονες θεραπευτικές επιλογές βελτιώνουν τα ποσοστά επιβίωσης των ασθενών με καρκίνο. Παρόλα αυτά έχει γίνει καλά κατανοητό τα τελευταία χρόνια ότι οι νεότερες θεραπείες μπορούν να προκαλέσουν επιπλοκές στο καρδιαγγειακό σύστημα με κυριότερη την καρδιακή ανεπάρκεια.

Ογκολογικά σκευάσματα

Είναι γνωστό ότι ορισμένα ογκολογικά σκευάσματα έχουν τοξική δράση στο μυοκάρδιο. Η τοξικότητα αυτή εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την συνολική δόση του σκευάσματος που έχει δεχθεί ο ασθενής κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Η τοξικότητα εκδηλώνεται με τη μορφή καρδιακής ανεπάρκειας είτε άμεσα μετά τη χορήγηση της ογκολογικής θεραπείας είτε μακροχρόνια αρκετά χρόνια μετά τη χορήγηση του σκευάσματος. Επίσης ογκολογικοί ασθενείς σε προχωρημένα στάδια της νόσου είναι δυνατόν να εμφανίζουν μία ειδική μορφή καρδιακής ανεπάρκειας την μυοκαρδιοπάθεια Takotsubo με αύξηση των καρδιακών ενζύμων και χαρακτηριστική υπερηχογραφική εικόνα. Καρδιακή ανεπάρκεια είναι δυνατόν να εμφανιστεί αρκετά χρόνια μετά την θεραπεία σε σημαντικό ποσοστό ασθενών που έχουν επιβιώσει του καρκίνου.

«Σύμφωνα με το μοντέλο διαστρωμάτωσης κινδύνου, που εφαρμόστηκε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας, οι ασθενείς με οξεία ή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια μπορούν να ταξινομηθούν σε επίπεδα κινδύνου χρησιμοποιώντας τρεις απλές παραμέτρους. Με τον τρόπο αυτό είναι δυνατόν να βελτιστοποιηθεί η θεραπεία και η παρακολούθηση σε κατηγορίες ασθενών που έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο».

Υπερηχογραφικός έλεγχος

Ο τακτικός υπερηχογραφικός έλεγχος σε ογκολογικούς ασθενείς επιτρέπει την πρώιμη ανίχνευση της μυοκαρδιακής δυσλειτουργίας και δίνει τη δυνατότητα εφαρμογής θεραπειών που προστατεύουν το μυοκάρδιο. Η συνεργασία των ογκολόγων με τους καρδιολόγους έχει μειώσει την πιθανότητα εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας σε ογκολογικούς ασθενείς.

Εφαρμογή ακτινοθεραπείας

Η εφαρμογή ακτινοθεραπείας σε αιματολογικούς ασθενείς συχνά έχει ως αποτέλεσμα την έκθεση της καρδιάς στην ακτινοβολία. Αυτό μπορεί να προκαλέσει εκφυλιστικές βλάβες στις καρδιακές βαλβίδες που θα εκδηλωθούν αρκετά χρόνια αργότερα. Οι ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε θεραπευτική ακτινοβολία στο θώρακα θα πρέπει να βρίσκονται υπό ιατρική παρακολούθηση.

Οι ογκολογικοί ασθενείς εμφανίζουν αυξημένες πιθανότητες να εμφανίσουν στεφανιαία νόσο. Αυτό οφείλεται στην ίδια την πάθηση η οποία προκαλεί ενεργοποίηση παραγόντων της πήξης και μία αυξημένη κατάσταση φλεγμονής ή να είναι αποτέλεσμα τοξικότητας από την χημειοθεραπεία. Χημειοθεραπευτικοί παράγοντες μπορούν να προκαλέσουν αυξημένα επίπεδα λιποπρωτεϊνών, ενδοθηλιακή δυσλειτουργία και σπασμό στα στεφανιαία αγγεία. Παράλληλα η ακτινοβολία που χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων όγκων μπορεί να προκαλέσει άμεση προσβολή στα στεφανιαία αγγεία, το μυοκάρδιο, τις καρδιακές βαλβίδες και το περικάρδιο με αποτέλεσμα να εκδηλωθεί στεφανιαία νόσος,  μυοκαρδιοπάθεια ή περικαρδίτιδα αρκετά χρόνια μετά την εφαρμογή της θεραπείας. Σκοπός του καρδιολόγου είναι η πρόληψη της στεφανιαίας νόσου σε ογκολογικούς ασθενείς μέσω της τροποποίησης των παραγόντων κινδύνου και της εφαρμογής θεραπειών που προστατεύουν το μυοκάρδιο. Σε συνεργασία με τους ογκολόγους γίνεται στενή παρακολούθηση τον πιθανών επιπλοκών από θεραπείες που έχουν αυξημένο κίνδυνο να προκαλέσουν επιπλοκές από τα στεφανιαία αγγεία. Παράλληλα οι ογκολογικοί ασθενείς που εκδηλώνουν ενεργό ισχαιμία, λαμβάνουν αγωγή για στεφανιαία νόσο και υποβάλλονται σε επεμβατική θεραπεία σύμφωνα με τις ενδείξεις και τη γενικότερη κατάσταση του ασθενή.

Συχνή η παρουσία θρόμβωσης

Η παρουσία θρόμβωσης σε ογκολογικούς ασθενείς είναι  συχνή και επηρεάζει δυσμενώς την πρόγνωση. Η αυξημένη πιθανότητα που έχει ένας ογκολογικός ασθενής να υποστεί θρόμβωση οφείλεται σε πολλαπλούς παράγοντες. Οι ογκολογικές θεραπείες μπορούν να προκαλέσουν βλάβη του ενδοθηλίου ή ορισμένες από αυτές να αυξήσουν την πηκτικότητα του αίματος και αυτό με τη σειρά του να προκαλέσει θρόμβωση. Πολλοί από τους ογκολογικούς ασθενείς έχουν παρατεταμένη ακινητοποίηση λόγω νοσηλείας ή της γενικότερης κατάστασης της νόσου και αυτό προδιαθέτει για θρόμβωση. Παράλληλα ο ίδιος ο καρκίνος αυξάνει σε πολλές περιπτώσεις την πηκτικότητα του αίματος γεγονός που οδηγεί στη θρόμβωση. Η χορήγηση αντιπηκτικής αγωγής σε ογκολογικούς ασθενείς με θρόμβωση βελτιώνει την πρόγνωση των ασθενών αυτών.

Μητρώο HERMES – HF Registry

Η μυοκαρδίτιδα αποτελεί φλεγμονώδη νόσο που προσβάλλει το μυοκάρδιο και εκδηλώνεται συχνά με θορυβώδη κλινική εικόνα. Οι ασθενείς μπορεί να αναφέρουν προκάρδιο άλγος, συμπτώματα δύσπνοιας στην κόπωση ή την ηρεμία, σημεία καρδιακής ανεπάρκειας, αίσθημα παλμών και αρρυθμίες. Στη χώρα μας τα περιστατικά με μυοκαρδίτιδα καταγράφονται στο σύνολο του πληθυσμού μέσα από το μητρώο HERMES-HF Registry. Η ύπαρξη αυτού του αρχείου θα βοηθήσει στην καλύτερη μελέτη και αντιμετώπιση των ασθενών αυτών.

Η τεχνολογία μας προσφέρει τη δυνατότητα να αναπτύξουμε βιολογικούς παράγοντες και αντισώματα τα οποία θα στοχεύσουν συγκεκριμένους στόχους. Αυτοί οι βιολογικοί παράγοντες φαίνεται ότι μπορούν να αλλάξουν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε καρδιολογικά νοσήματα, να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής και να αυξήσουν την επιβίωση των ασθενών.

Οι στοχευμένες θεραπείες σε καρδιολογικούς ασθενείς έχουν φέρει επανάσταση στην αντιμετώπιση της δυσλιπιδαιμίας. Η χορήγηση μονοκλωνικών αντισωμάτων που εξουδετερώνουν την πρωτεΐνη PCSK9 έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση των επιπέδων της κακής χοληστερίνης (LDL-C) κατά περίπου 60%. Τα φάρμακα αυτά όταν συνδυάζονται με την κλασική θεραπεία της υπερλιπιδαιμίας και χορηγούνται σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο μπορούν να μειώσουν τις επιπλοκές και να βελτιώσουν την πρόγνωση του ασθενή.

Αντιμετώπιση ανθεκτικών μορφών περικαρδίτιδας

Σημαντική επίσης είναι η χρησιμοποίηση βιολογικών παραγόντων για την αντιμετώπιση ανθεκτικών μορφών περικαρδίτιδας. Το Anakinra είναι ένας βιολογικός παράγοντας ο οποίος ανταγωνίζεται την interleukin-1 (IL-1) και τροποποιεί την ανοσολογική απάντηση σε περιπτώσεις ασθενών κατά τις οποίες η περικαρδίτιδα υποτροπιάζει παρά την λαμβανόμενη καθιερωμένη θεραπεία.

Έλεγχος της καρδιακής συχνότητας

Οι αρρυθμίες μπορεί να οδηγήσουν σε δυσλειτουργία του μυοκαρδίου και να προκαλέσουν καρδιακή ανεπάρκεια στον ασθενή. Η καρδιακή συχνότητα και η διάρκεια της αρρυθμίας παίζουν σημαντικό ρόλο στην πρόοδο και την πιθανότητα αναστροφής της καρδιακής ανεπάρκειας. Ο έλεγχος της καρδιακής συχνότητας/ρυθμού ή σε ορισμένες περιπτώσεις η κατάλυση με καθετήρα, έχουν σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση της νόσου. Η αναστροφή της δυσλειτουργίας του μυοκαρδίου μετά την εξάλειψη της αρρυθμίας, επιβεβαιώνει την διάγνωση και βελτιώνει την κλινική έκβαση του ασθενή.

Κοιλιακές αρρυθμίες

Η παρουσία έκτακτων κοιλιακών συστολών σε ασθενείς με δομική καρδιακή βλάβη ή καρδιακή ανεπάρκεια αυξάνει τον κίνδυνο αιφνίδιου καρδιακού θανάτου. Η θνητότητα επίσης αυξάνεται σε ασθενείς με επεισόδια μη εμμένουσας κοιλιακής ταχυκαρδίας. Στις περιπτώσεις αυτές, οι έκτακτες κοιλιακές συστολές και τα επεισόδια μη εμμένουσας κοιλιακής ταχυκαρδίας, αποτελούν δείκτες σοβαρών αρρυθμιών που μπορούν  να οδηγήσουν σε αιφνίδιο καρδιακό θάνατο. Οι κοιλιακές αρρυθμίες αποτελούν επίσης σοβαρό παράγοντα νοσηρότητας και θνητότητας σε ασθενείς με συγγενή καρδιοπάθεια.

Η φαρμακευτική αγωγή σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια μειώνει τον κίνδυνο αιφνίδιου καρδιακού θανάτου λόγω κακοήθους αρρυθμίας. Η κατάλυση με καθετήρα σε ασθενείς με πολλαπλά επεισόδια κοιλιακής ταχυκαρδίας μπορεί να είναι ευεργετική για τους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια.

Η θεραπεία με αμφικοιλιακή βηματοδότηση φαίνεται ότι μειώνει τη συχνότητα των κοιλιακών αρρυθμιών σε επιλεγμένους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια. Ασθενείς με κοιλιακές ταχυκαρδίες ακόμη και όταν δεν είναι συμπτωματικοί, είναι υποψήφιοι για να λάβουν θεραπεία με εμφυτεύσιμους κοιλιακούς απινιδωτές. Η θεραπεία αυτή μειώνει την πιθανότητα αιφνίδιου καρδιακού θανάτου αρρυθμιολογικής αιτιολογίας.

Δοσολογία φαρμάκων

Οι μελέτες έχουν δείξει ότι ο έλεγχος της αρτηριακής πίεσης είναι πλημμελής για τη μεγάλη πλειοψηφία των ασθενών που λαμβάνουν αντιυπερτασικά φάρμακα. Η σωστή δοσολογία των αντιυπερτασικών φαρμάκων και ο σωστός συνδυασμός τους με σκοπό να επιτευχθούν τα επιθυμητά επίπεδα της αρτηριακής πίεσης, είναι ζωτικής σημασίας για να μειωθεί η θνητότητα από το καρδιαγγειακό σύστημα.

Η κολπική μαρμαρυγή αποτελεί την πιο συχνή αρρυθμία η συχνότητα της οποίας αυξάνει με την πάροδο της ηλικίας. Η κολπική μαρμαρυγή έχει κοινούς παράγοντες κινδύνου με την καρδιακή ανεπάρκεια. Ασθενείς με αρτηριακή υπέρταση, στεφανιαία νόσο, δομική καρδιακή βλάβη, σακχαρώδη διαβήτη, παχυσαρκία και υπνική άπνοια, έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης κολπικής μαρμαρυγής και καρδιακής ανεπάρκειας. Η παρουσία κολπικής μαρμαρυγής αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας και παράλληλα επιδεινώνει την καρδιαγγειακή νοσηρότητα και θνητότητα. Αντίστοιχα η κολπική μαρμαρυγή σε ασθενή με καρδιακή ανεπάρκεια αποτελεί δείκτη βαρύτητας της νόσου. Η θνητότητα σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που εμφανίζουν κολπική μαρμαρυγή είναι ιδιαίτερα υψηλή.

Κολπική μαρμαρυγή

Η παρουσία κολπικής μαρμαρυγής ή το ιστορικό κολπικής μαρμαρυγής στο παρελθόν, αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης θρομβοεμβολικού επεισοδίου με κυριότερο τον κίνδυνο του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου. Η αντιπηκτική αγωγή μειώνει τον κίνδυνο εμβολής θρόμβου σε ασθενή με κολπική μαρμαρυγή. Τα νεότερα αντιπηκτικά σκευάσματα που δεν απαιτούν το συνεχή έλεγχο της πηκτικότητας του αίματος, αποτελούν φάρμακα πρώτης επιλογής σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή και καρδιακή ανεπάρκεια.

Ο καυτηριασμός του αριστερού κόλπου με καθετήρα αποτελεί μία αποτελεσματική θεραπεία για την αντιμετώπιση της κολπικής μαρμαρυγής και την αποκατάσταση του φλεβοκομβικού ρυθμού.

Προγράμματα άσκησης

Η καρδιακή αποκατάσταση μέσα από προγράμματα ελεγχόμενης άσκησης σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή και καρδιακή ανεπάρκεια, φαίνεται ότι βελτιώνει την ποιότητα ζωής και μειώνει την πιθανότητα επιπλοκών όπως η νέα εισαγωγή σε νοσοκομείο λόγω επιδείνωσης της καρδιακής ανεπάρκειας.

Στιγμιότυπα από το 22ο Καρδιολογικό Συνέδριο Κεντρικής Ελλάδας

Καρδιακή ανεπάρκεια

Οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια συχνά εμφανίζουν σημεία και συμπτώματα συμφόρησης με οιδήματα και δύσπνοια κατά τη σωματική άσκηση ή την ηρεμία. Η συμφόρηση μπορεί να εκδηλωθεί με τη μορφή πνευμονικού οιδήματος και δυσλειτουργίας οργάνων που εξαρτώνται από την καλή κυκλοφορία του αίματος όπως οι νεφροί και το ήπαρ. Οι ασθενείς αυτοί είναι σε αυξημένο κίνδυνο, θα πρέπει να εντατικοποιηθεί η θεραπεία τους και είναι πολύ πιθανόν να νοσηλευτούν για να βελτιωθεί η κλινική τους εικόνα. Η ικανοποιητική αντιμετώπιση των οιδημάτων σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια βελτιώνει την ποιότητα ζωής και μειώνει την πιθανότητα να εμφανιστούν συμπτώματα όπως δύσπνοια ή να νοσηλευτούν λόγω επιδείνωσης της καρδιακής τους ανεπάρκειας.

Υπερηχογραφικός έλεγχος

Η εκτίμηση των επιπέδων συμφόρησης σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια γίνεται με την καλή κλινική εκτίμηση και αξιολόγηση των κλινικών σημείων της νόσου. Ο υπερηχογραφικός έλεγχος του καρδιακού μυός βελτιώνει την ικανότητα αξιολόγησης της συμφόρησης, καθοδηγεί τη θεραπεία και είναι χρήσιμη για τη διάγνωση επιπλοκών. Η υπερηχογραφική απεικόνιση του πνευμονικού παρεγχύματος είναι μία νέα τεχνική που υπόσχεται να αυξήσει την ακρίβεια στην πρώιμη διάγνωση της συμφόρησης σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια.

Οι ασθενείς που εμφανίζουν συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας συχνά εμφανίζουν αύξηση του σωματικού τους βάρους λόγω κατακράτησης υγρών. Υπάρχει όμως ένα ποσοστό ασθενών στους οποίους η επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας συνδυάζεται με ανακατανομή των υγρών και λιγότερο με την κατακράτηση ύδατος.  Όταν εμφανιστούν συμπτώματα επιδείνωσης της νόσου τότε είναι σημαντικό να βελτιστοποιηθεί η θεραπευτική αγωγή που λαμβάνει ο ασθενής. Στις περισσότερες περιπτώσεις είναι σημαντικό να τιτλοποιηθεί η δόση του διουρητικού έτσι ώστε να αντιμετωπιστούν τα οιδήματα και η συμφόρηση του ασθενή.

Είναι σημαντικό να αποφεύγονται τα επεισόδια υπότασης κατά τη διάρκεια της θεραπείας των ασθενών με οξεία απορρύθμιση της καρδιακής ανεπάρκειας καθώς αυτά μπορούν να προκαλέσουν βλάβη σε όργανα στόχους όπως τα νεφρά και να επιβαρύνουν την πρόγνωση.

Συνδυασμός φαρμάκων

Σε προχωρημένες μορφές καρδιακής ανεπάρκειας συχνά οι ασθενείς λαμβάνουν αυξημένες δόσεις διουρητικών σε μία προσπάθεια να αντιμετωπίσουν τα οιδήματα που προκαλεί η νόσος. Η κατάσταση αυτή χαρακτηρίζεται ως αντίσταση στη διουρητική θεραπεία. Η τιτλοποίηση των δόσεων του διουρητικού καθώς επίσης και ο συνδυασμός φαρμάκων που δρουν σε διαφορετικά τμήματα του νεφρικού σωληναρίου μπορεί να αντιστρέψει την αντίσταση στα διουρητικά και να βελτιώσει κλινικά τον ασθενή. Σε περιπτώσεις στις οποίες ο συνδυασμός διουρητικών δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τα αυξημένα οιδήματα σε ασθενή με καρδιακή ανεπάρκεια τότε ο ασθενής υποβάλλεται σε θεραπεία νεφρικής αιμοδιήθησης.

Αμφικοιλιακή βηματοδότηση

Οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια συχνά εμφανίζουν ανεπάρκεια στη μιτροειδή βαλβίδα λόγω διάτασης της αριστεράς κοιλίας και ελαττωμένης σύγκλισης των γλωχίνων της βαλβίδας. Η ανεπάρκεια στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι λειτουργικής αιτιολογίας και επηρεάζει αρνητικά την πρόγνωση του ασθενή. Η φαρμακευτική θεραπεία της καρδιακής ανεπάρκειας μπορεί να μειώσει την ανεπάρκεια στη μιτροειδή βαλβίδα. Σε ορισμένες περιπτώσεις η αμφικοιλιακή βηματοδότηση μπορεί να προκαλέσει αναδιαμόρφωση της αριστεράς κοιλίας και αυτό να έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση της ανεπάρκειας στη μιτροειδή βαλβίδα. Η χειρουργική επέμβαση για τη διόρθωση της λειτουργικής ανεπάρκειας της μιτροειδούς βαλβίδας δεν αποτελεί θεραπεία επιλογής και εφαρμόζεται σε ειδικές περιπτώσεις. Νεότερες τεχνικές οι οποίες είτε επεμβαίνουν στις γλωχίνες της μιτροειδούς βαλβίδας όπως το mitral clip είτε αναδιαμορφώνουν τον μιτροειδικό δακτύλιο όπως το Carillon Mitral Contour System, είναι υπό έρευνα και υπόσχονται να περιορίσουν τη λειτουργική ανεπάρκεια της μιτροειδούς βαλβίδας.

Ο αιφνίδιος καρδιακός θάνατος είναι συχνός σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και διατηρημένο ή ελαττωμένο κλάσμα εξώθησης. Η σύγχρονη φαρμακευτική θεραπεία της καρδιακής ανεπάρκειας μείωσε δραστικά το ποσοστό του αιφνίδιου καρδιακού θανάτου στους ασθενείς αυτούς. Οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και διατηρημένο κλάσμα εξώθησης καθώς επίσης και οι ασθενείς που έχουν υποστεί πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου, εξακολουθούν να παραμένουν σε αυξημένο κίνδυνο αιφνίδιου θανάτου.

Είναι σημαντικό οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια να έχουν κάποια μορφής φυσική δραστηριότητα ακόμη κι όταν δεν υπάρχει ένα επίσημο πρόγραμμα καρδιακής αποκατάστασης. Καθημερινές δραστηριότητες όπως το βιαστικό περπάτημα και οι δουλειές στο σπίτι, μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά την ικανότητα για άσκηση και να βοηθήσουν τον ασθενή να παραμείνει ανεξάρτητος. Υπολογίζεται ότι άσκηση μέτριας εντάσεως τρεις με πέντε ώρες την εβδομάδα είναι σε θέση να δώσει σημαντικά οφέλη σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια.

Διαστρωμάτωση κινδύνου

Στο συνέδριο έγινε ιδιαίτερη αναφορά στο προγνωστικό μοντέλο διαστρωμάτωσης κινδύνου σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια το οποίο αναπτύχθηκε και μελετήθηκε για πρώτη φορά στην καρδιολογική κλινική του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας (Larissa Heart Failure Risk Score: LHFRS). Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό οι ασθενείς με οξεία ή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια μπορούν να ταξινομηθούν σε επίπεδα κινδύνου χρησιμοποιώντας τρεις απλές παραμέτρους. Με τον τρόπο αυτό είναι δυνατόν να βελτιστοποιηθεί η θεραπεία και η παρακολούθηση σε κατηγορίες ασθενών που έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο.  Το μοντέλο αυτό υπερέχει σε σχέση με προϋπάρχοντα μοντέλα στη διεθνή βιβλιογραφία καθώς είναι απλούστερο και εφαρμόζεται τόσο στην οξεία όσο και στην χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια. Η απλότητα του μοντέλου και η διαγνωστική του ακρίβεια το καθιστούν χρήσιμο εργαλείο στην καθημερινή κλινική πράξη του καρδιολόγου που θεραπεύει ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια. Η βαθμολογία κινδύνου (Risk Score) της Λάρισας για την καρδιακή ανεπάρκεια (LHFRS: Larissa Heart Failure Risk Score), αξιολογήθηκε σε άλλες μελέτες που απευθύνονταν σε ασθενείς από την Ιαπωνία και την Αμερική επιβεβαιώνοντας την προγνωστική του ακρίβεια.

larissanet.gr

Λέξεις κλειδιά

,