Π. Δριτσέλη : Το νέο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας αποκτά ισχυρή διεθνή υπόσταση και αναγνωρισιμότητα

Τοποθέτηση Παναγιώτας Δριτσέλη στη συνεδρίαση επί της αρχής του νομοσχεδίου “Συνέργειες Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Πανεπιστημίου Θεσσαλίας με τα Τ.Ε.Ι. Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας, Παλλημνιακό Ταμείο και άλλες διατάξεις”. Διαρκής Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων. 7.1.2019

 

Π. Δριτσέλη : Κατ’ αρχήν να ευχηθώ σε όλους καλή χρονιά και δύναμη. Συζητάμε σήμερα ένα νομοσχέδιο, το οποίο συνεχίζει μια πολύ επιτυχημένη ιδέα της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου, για τη συνέργεια μεταξύ των Τ.Ε.Ι. της χώρας και των Πανεπιστημίων. Ακούω από την αρχή της συνεδρίασης με πολύ μεγάλη προσοχή όλους τους συναδέλφους και μπορώ να ξεχωρίσω δύο ειδών τοποθετήσεις: Μία άκρως αντιπολιτευτική έως μηδενιστική που κάνει λόγο για ισοπέδωση του ακαδημαϊκού χάρτη και μία που μπορώ να τη χαρακτηρίσω ως μαξιμαλιστική, όπου ο καθένας αναφέροντας προφανώς την περιφέρειά του μπορεί να αντιληφθεί στρατηγικά πλεονεκτήματα, τα οποία θα πρέπει να μετουσιωθούν σε ανάλογα πανεπιστημιακά τμήματα ή σχολές.

Θέλω να πω το εξής. Η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου και με αυτό το νομοσχέδιο συνεχίζει ένα πολύ μεγάλο αγώνα που έχει δώσει, ήδη, από το 2015 για τη στήριξη και την ενίσχυση της δημόσιας παιδείας και είναι ξεκάθαρο νομίζω πια, ότι η αντίληψη που κυριαρχεί για τη δημόσια παιδεία δεν είναι μια αντίληψη που αντιμετωπίζει και προσεγγίζει τη δημόσια παιδεία ως τροχοπέδη για την εφαρμογή ακραίων νεοφιλελεύθερων πολιτικών, όπως αυτή που συνηθίσαμε τα προηγούμενα χρόνια, αλλά ως ένα μοχλό ανάπτυξης που θα πρέπει να συντεθεί προφανώς και με την ακαδημαϊκή κοινότητα.

Αυτό που θέλω να πω είναι, ότι από τη στιγμή που η χώρα μας έχει βιώσει μία απίστευτη κρίση και οικονομική και κοινωνική είναι καλό από δω και πέρα να είμαστε γενικότερα πιο φειδωλοί σε αυτά τα οποία συζητάμε. Ο τομέας της παιδείας πάντοτε ήταν ένας τομέας που μπορούσε να υπάρξει πολύ καλή συζήτηση, ευρείες συναινέσεις και πάρα πολύ καλός διάλογος. Αυτός ο διάλογος, όμως, προϋποθέτει ότι θα πρέπει να συνεννοηθούμε σε βασικά πράγματα. Για εμάς βασικό και δεδομένο είναι το γεγονός, ότι ο ακαδημαϊκός χάρτης της χώρας, έτσι όπως δημιουργήθηκε τα προηγούμενα χρόνια ήταν αποτέλεσμα ενός στρεβλού τρόπου οργάνωσής του.

Στις περισσότερες περιπτώσεις τα Τμήματα και τα Πανεπιστήμια και τα Τ.Ε.Ι. και οι Σχολές χρησιμοποιούνταν ως λάφυρο σε προεκλογικούς αγώνες και δινόταν ως δώρο σε υποψήφιους δημάρχους, περιφερειάρχες ή και νομάρχες. Αυτό, λοιπόν, το πράγμα θα πρέπει να σταματήσει και θα πρέπει να το συνεννοηθούμε. Το λέω αυτό, γιατί ακούσαμε διάφορα εδώ περί κατάργησης επιτυχημένων Σχολών που σε μεγάλο βαθμό μπορώ να καταλάβω, ότι ίσως να είναι και έτσι.

Θα πρέπει, όμως, να λέμε ξεκάθαρα πρώτον, ότι αυτό το σχέδιο είναι στον αντίποδα του σχεδίου «ΑΘΗΝΑ». Τι ήταν το σχέδιο «ΑΘΗΝΑ», γιατί καλό θα είναι να το θυμηθούμε; Το σχέδιο «ΑΘΗΝΑ» είχε επιβληθεί από πάνω, δεν είχε γίνει καμία συνέργεια και αυτό ξεχνάτε να το λέτε. Το σχέδιο το οποίο συζητάμε σήμερα, πρώτον, είναι αποτέλεσμα ενός ευρύτατου διαλόγου και κυρίως είναι αποτέλεσμα της γνώμης της Συγκλήτου των Πανεπιστημίων και των Τ.Ε.Ι., δεν ήρθε ως επιβολή από πάνω. Δεύτερον, δεν είναι μνημονιακή δέσμευση, είναι πολιτικός, στρατηγικός σχεδιασμός του Υπουργείου. Τρίτον, το σχέδιο «ΑΘΗΝΑ» είχε προχωρήσει σε διαθεσιμότητα ακαδημαϊκού και επιστημονικού και διοικητικού προσωπικού πράγμα που επίσης δεν λέτε. Το σχέδιο αυτό έρχεται και στηρίζει – ενισχύει και τα υπάρχοντα Τμήματα, αλλά και τα καινούργια που ιδρύει και δίνει τη δυνατότητα στους φοιτητές να επιλέξουν τι ακριβώς θέλουν να κάνουν και δεν τους μετακινεί υποχρεωτικά, όπως συνέβαινε με το σχέδιο «ΑΘΗΝΑ» και πολλά άλλα ακόμα, τα οποία θα μπορούσαμε να λέμε για πάρα πολύ καιρό.

Αυτό, λοιπόν, που επιδιώκεται με το συγκεκριμένο σχέδιο είναι να συνδεθεί επιτέλους η ακαδημαϊκή κοινότητα, η έρευνα με την τοπική ανάπτυξη, τις τοπικές κοινωνίες, όπως πραγματικά θα πρέπει να είναι. Το σχέδιο αυτό δεν έρχεται να νομοθετήσει εν κενώ, γιατί δεν είναι ότι δεν υπάρχουν Πανεπιστήμια στη χώρα ή Τμήματα στη χώρα και ερχόμαστε και τα ιδρύουν εμείς, όπως μας αρέσει. Η προηγούμενη κατάσταση είχε δημιουργήσει μια πραγματικότητα την οποία ερχόμαστε να αντιμετωπίσουμε. Αυτά τα Τμήματα τα οποία με τον τρόπο που είχατε δημιουργήσει οι προηγούμενες κυβερνήσεις υπάρχουν και έχουν δημιουργήσει μια πραγματικότητα στις τοπικές κοινωνίες, προσπαθούμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και να τα αφομοιώσουμε και να μην πληγώσουμε τις περιοχές αυτές, αλλά και να τα αναβαθμίσουμε εκεί όπου χρειάζεται.

Έτσι, το νέο πανεπιστήμιο, μετά από συνέργεια με το ΤΕΙ, έχει περισσότερους από 600 καθηγητές, πάνω από 15 σχολές και 30 τμήματα, ένα πανεπιστημιακό ερευνητικό κέντρο και δέκα ερευνητικά ινστιτούτα και προφανώς αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα στη χώρα, αποκτά ισχυρή διεθνή υπόσταση και αναγνωσιμότητα και μπορεί πλέον να διαδραματίσει ένα νέο ρόλο στο ευρωπαϊκό ακαδημαϊκό γίγνεσθαι.

Το νέο πανεπιστήμιο, το πιο σημαντικό είναι, ότι θεραπεύει καινοτόμα ακαδημαϊκά αντικείμενα, αξιοποιεί τα τοπικά στρατηγικά πλεονεκτήματα, που είχαν δημιουργήσει και τα δύο ιδρύματα τα τελευταία τριάντα χρόνια, αλλά εισέρχεται και σε μια νέα εποχή με τη δημιουργία και ξένων γλωσσών προπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών, το πρώτο εκ των οποίων θα λειτουργήσει στη νέα αναβαθμισμένη σχολή Φυσικής Αγωγής, Αθλητισμού και Διαιτολογίας, που δημιουργείται στα Τρίκαλα. Θα έχουμε την ευκαιρία, προφανώς, στην επί των άρθρων συζήτηση να πούμε και άλλα. Θέλω να κάνω μια αναφορά σε κάποιες θετικές τομές, τις οποίες εισάγει το νομοσχέδιο.

Η πρώτη είναι ότι δίδεται η ευκαιρία στο σύνολο της ακαδημαϊκής κοινότητας, στους καθηγητές και στους φοιτητές, στο σύνολο του εκπαιδευτικού και διοικητικού προσωπικού, να βελτιώσουν τη θέση τους στο νέο ακαδημαϊκό χάρτη. Ιδιαίτερα για τους φοιτητές, η συμμετοχή τους σε έναν νέο ισχυρό πανεπιστήμια με τη δυνατότητα απόκτησης πανεπιστημιακού πτυχίου αποτελεί μοναδική ευκαιρία αναβάθμισης του ακαδημαϊκού και επαγγελματικού μέλλοντος.

Σε ό,τι αφορά στη χωρική διασπορά του πανεπιστημίου τα οφέλη και για τις πόλεις, προφανώς δεν είναι αμελητέα. Όλοι οι ακαδημαϊκοί πόλοι ενισχύονται και ποιοτικά, αλλά και ποσοτικά, όλες οι πόλεις αποκτούν νέα τμήματα, νέα ινστιτούτα, νέες δομές και κυρίως νέες ακαδημαϊκές προοπτικές με κοινωνική ανταποδοτικότητα, η οποία υπερβαίνει το παλιό μοντέλο της ιδιωτικής κατανάλωσης, του πληθωρισμού ταχυφαγείων και των δωματίων, όλα αυτά, για τα οποία όλα αυτά τα χρόνια ακούγαμε.

Δεν θα σταθώ τόσο στις τοπικιστικές κορόνες, που ακούστηκαν από παράγοντες σε διάφορες περιοχές, θα ήθελα, όμως, να πω το εξής. Το προηγούμενο διάστημα, που το νομοσχέδιο αυτό βρισκόταν σε διαβούλευση, διάφοροι προσπάθησαν, αλλά και ακόμα προσπαθούν, να μειώσουν την επιτυχία αυτού του εγχειρήματος. Καλό θα ήταν να θυμηθούν, τι επέφεραν με τις προηγούμενες παρεμβάσεις τους, ειδικά με το σχέδιο “ΑΘΗΝΑ”, όπου τα Τρίκαλα, για παράδειγμα, έχαναν τμήματα και υποβαθμίζονταν στη γαλαρία του ακαδημαϊκού χάρτη. Σήμερα η πόλη αναβαθμίζεται στο νέο ακαδημαϊκό περιβάλλον και αποκτά και νέες δυνατότητες, όπως αυτές που ανοίγονται με τη συμμετοχή στη νέα ψηφιακή στρατηγική της Ε.Ε..

Κλείνοντας, θα αναφερθώ και σε μια δίκαιη διάταξη, η οποία έρχεται να θεραπεύσει τα προβλήματα, που είχαν δημιουργηθεί στην εκπαιδευτική κοινότητα από τις υποχρεωτικές μετατάξεις του 2012 και 2013, οι οποίες αδίκησαν κατάφωρα χιλιάδες εκπαιδευτικούς και των οποίων οι αρνητικές συνέπειες αίρονται σήμερα με τις διατάξεις αυτού του νόμου. Συγκρίνοντας τις παρεμβάσεις της κυβέρνησης αυτής με τις αντίστοιχες της προηγούμενης, αλλά και με τις εξαγγελίες της Ν.Δ. για το μέλλον της εκπαίδευσης, καταλαβαίνουμε πάρα πολύ καλά τι Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας θα ήθελε η Ν.Δ., πώς συμπεριφέρθηκε τα προηγούμενα χρόνια στις πόλεις της Θεσσαλίας και πώς αντιλαμβάνεται το λειτούργημα του εκπαιδευτικού λειτουργού, του ακαδημαϊκού δασκάλου, αλλά και πώς αντιμετωπίζει την ίδια την κοινότητα στο σύνολό της. Απολύτως χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι δηλώσεις του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης για το νέο Διεθνές Πανεπιστήμιο, το οποίο εξήγγειλε ο Πρωθυπουργός στη Βόρεια Ελλάδα, το οποίο η Ν.Δ. δεσμεύτηκε ότι θα καταργήσει για να φτιάξει στη θέση του ένα ιδιωτικό.